Οδοιπορικό στον Άγιο Γεώργιο του Ρηγάτη.
Γράφει ο Χαράλαμπος Ττερλικκάς
Πρόσφατα πληροφορήθηκα από τον Σάββα Φουσκώτο οδηγό του μητροπολίτη Μόρφου ότι η μονή του Αγίου Γεωργίου Ρηγάτη, αν και είναι σε κακά χάλια ανθίσταται στον χρόνο και με πρωτοβουλία του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Μόρφου κ.κ. Νεόφυτου σε συνεργασία με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων που έχει την ιδιοκτησία, γίνεται προσπάθεια για χαρτογράφηση και προσβλέπουν μελλοντικά σε αναστήλωση της.
Στις 9/6/2011 βρέθηκα στο χωρίο μου Καπούτι με την Άντρεα Δημητρίου για μια φωτογράφιση, για την έκδοση ημερολογίου για το 2012. Για να δροσιστούμε λίγο από την ζέστη που είχε εκείνη την μέρα καταλήξαμε στο κατεχόμενο καφενείο του Γεώργιου Κουτσιοφή και καταπραΰναμε την ζέστη που μας ταλαιπωρούσε με ένα δροσιστικό τζίελλη κερασμένο από από ένα φιλόξενο Τουρκοκύπριο. Παράλληλα επειδή το είχα τάμα να επισκεφτώ το κατεχόμενο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Ρηγάτη ζήτησα από τους παριστάμενους Τουρκοκυπρίους αν είχε κάποιος την καλή διάθεση να με συνοδεύσει στην επίσκεψη μου. Δίχως να καταβάλω και ιδιαίτερη προσπάθεια και με την καλή διάθεση που χαρακτηρίζει τους Τουρκοκυπρίους στις 5.30 μ. μ. ξεκίνησα το οδοιπορικό για την εκπλήρωση του τάματος με το Τουρκοκύπριο συνοδό μου, αφήνοντας την φωτογράφο να συνεχίζει μόνη της την φωτογράφηση γιατί όπως μου είπε, οι πρωινές και οι απογευματινές ώρες είναι οι καλύτερες ώρες για φωτογράφιση λόγω της απαλότητας των ακτίνων του ηλίου.
Ξεκινήσαμε παίρνοντας τον δρόμο προς το Διόριος αφήνοντας πίσω μας στα αριστερά την Παξατζίνα και στα δεξιά το Δημοτικό Σχολείο του χωριού μας, περνώντας δίπλα από το πρώην γήπεδο ποδοσφαίρου και το δασίλιο που δενδροφυτεύθηκε λίγους μήνες πριν την προσφυγοποίηση μας τον Αύγουστο του 1974. Κατηφορίζοντας προς τον ποταμό Αλουπό βλέπουμε τον ελαιώνα της Δεματόνας που άρχισε μετά από πολλά χρόνια δοκιμασίας να προσπαθεί να σταθεί στα πόδια και να επανέλθει σε κανονικούς ρυθμούς επανευρίσκοντας το χρυσοπράσινο χρώμα του και σκιάζοντας ξανά την ταλαιπωρημένη γη της Δεματόνας, που κρύβει κάπου στα σπλάχνα της τα οστά του Στυλιανού Χατζηγιάννη (Πιλλάτση) που για χάριν τις αγάπης του προς αυτή, πλήρωσε το τίμημα με την ίδια του την ζωή. Φτάνοντας στην κοίτη του ποταμού παίρνουμε πάνω από την γέφυρα και αμέσως στρίβουμε στα δεξιά και παίρνουμε τον δρόμο για τον Κοντεμένο, αμέσως στα αριστερά μας βλέπουμε ότι απέμεινε από το Δοξαμενί ή βρύση του Γιαννακού. Προχωρούμε κατά μήκος του ποταμού και βλέποντας την φρέσκο θερισμένη κοιλάδα ξυπνά μέσα μου η εποχή του θερισμού πριν την μηχανοποίηση του, που έβλεπες όλο εκείνο το ανθρωπομάνι να εργάζεται όπως τις μέλισσες που φτιάχνουν το μέλι και ξυπνούν μέσα μου εικόνες μαγικές όπως τους πίνακες του Κκάσιαλου, θεριστάδες με τα δρεπάνια σε αντάτζια, να αφήνουν πίσω τους αγκάλες τα θερισμένα χρυσά στάχια, οι γυναίκες πίσω να τα μαζεύουν και να τα δένουν σε δεμάτια, γαϊδούρια φορτωμένα οδηγούμενα από παιδιά να τα μεταφέρουν στα αλώνια, και τα βρέφη και τα νήπια κάτω από το στρατούρι του γαϊδάρου ή μια πρόχειρη σκιά ή στη καλύτερη περίπτωση στη σκιά της μοσφιλιάς να παίζουν ή να απολαμβάνουν το ύπνο τους μη γνωρίζοντας τις δυσκολίες της ζωής που τους περιμένουν.
Αφήνοντας πίσω τις μνήμες, συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας και εκεί που τελειώνει η Καπουδκιώτικη γη στρίβουμε δεξιά στον χαλικόδρομο που οδηγεί για την Κυρά, παίρνουμε τον ποταμό πάνω από ένα πρόχειρο γεφύρι και ακολουθώντας ένα στενό ελικοειδές αγροτικό δρόμο. Σε κάποιο σημείο ο δρόμος γίνεται ανηφορικός με μεγάλα χαλίκια που δεν μπορείς να συνεχίσεις με αυτοκίνητο που δεν έχει κίνηση και στους τέσσερις τροχούς. Σε κάποιο σημείο βλέπουμε στα αριστερά μας μία κοιλάδα με πολλούς αιωνόβιους τρέμυθους, που το καλοκαίρι του 2009 κινδύνευσαν να ξηραθούν από την ανομβρία. Στο σημείο αυτό ακολουθούμε τον ανηφορικό χωμάτινο δρόμο που βρίσκουμε στα αριστερά μας και αντικρίζουμε από μακρυά την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Ρηγάτη να μας αγναντεύει από την κορυφή του λόφου. Μή γνωρίζοντας τι θα αντικρίσουμε από κοντά συνεχίζουμε την πορεία μας περνώντας μέσα από την κοιλάδα των τρέμυθων. Πίο πάνω αντικρίζουμε αριστερά από το δρόμο ερείπια μίας κατοικίας που μαρτυρεί σημεία ύπαρξης παλαιότερης ανθρώπινης δραστηριότητας, βλέπουμε επίσης στα αριστερά μία κατάξερη δεξαμενή και πιο πάνω σε κάποιο σημείο εντοπίζουμε την ύπαρξη πηγής νερού. Συνεχίζοντας την πορεία μας προ την μονή βλέπουμε μεγάλα σπήλαια κάτω από την κορυφογραμμή του λόφου. Σε λίγο μέσα σε κατάξερα αγριόχορτα και σε πολύ ανώμαλο έδαφος μου μαρτυρεί την απουσία ανθρώπινης δραστηριότητας στη περιοχή φτάνουμε σε πλησίον πολύ κοντά στην μονή. Με πολλή συγκίνηση και με ευλάβεια εισέρχομαι στα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου του Ρηγάτη, κάνω τον σταυρό ανάβω νοερά ένα κερί και το τοποθετώ στο μανουάλι και γονατιστός ευχαριστώ τον Θεό που αξίωσε να εκπληρώσω το τάμα μου στον Άγιο Γεώργιο τον Ρηγάτη. Ξεπερνώντας την πρώτη συγκίνηση διαβάζω σε μία πλάκα στο νότιο τοίχο «O ΙΕΡΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΡΗΓΑΤΟΥ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΗ ΥΠΟ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ΜΟΥΣΤΑΚΗ ΕΚ ΣΠΑΡΤΗΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΥΚΛΕΟΥΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΤΟΥ Ά ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1955». Παρόλο το μέγεθος της τεράστιας καταστροφής που προκλήθηκε διαπιστώνω ότι βασική οικοδομή του ναού είναι γερό οικοδόμημα και μπορεί να αναπαλαιωθεί, εάν ευοδωθούν οι προσπάθειες του Μητροπολίτου Μόρφου με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και ξεκινήσουν σύντομα έργα. Βγαίνοντας στη βόρεια εξωτερική πλευρά του ναού βλέπω στη οροφή πάνω από την βόρεια είσοδο μία συκιά φουντωτή πάνω από ένα μέτρο και στα αριστερά μία τρεμιθιά πάνω από ένα μέτρο επίσης που προφανώς έχει ξηραθεί από την ανομβρία του 2009. Όσο αφορά τα κελιά της μονής είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση δίχως οροφή και μόνο πέτρινοι τοίχοι μένουν όρθιοι.
Από την κορυφή του λόφου αντικρίζω βόρεια τον σκλαβωμένο Πενταδάκτυλο και ερχόμενος στην νότια πλευρά αντικρίζω την Φιλιά, τα Μάσσαρι, την Κυρά, την Κατοκωπιά, Αργάκι, Ζώδιες, Μόρφου, Συριανοχώρι και όλη την ευρύτερη περιοχή Μόρφου σκλαβωμένη και ελεύθερη, Με ανάμεικτα συναισθήματα, παίρνω τον δρόμο της επιστροφής μαζί με τον συνοδό μου ευχαριστώντας τον για την ευκαιρία που μου έδωσε να κάνω πραγματικότητα αυτό το προσκύνημα μου.
Κατηφορίζοντας από την πλαγιά του λόφου ο ήλιος γέρνει προς την δύση και ακτίνες του έχουν χάση την δύναμη τους και καθ' όλη την διαδρομή ξεπετάγονται πότε από δεξιά και πότε από αριστερά πέρδικες με τα περδικόπουλλα τους που βγήκαν για τροφή μετά από την μεσημεριανή κάψα και όπως τα βλέπω να τρέχουν εδώ και εκεί ελεύθερα κάνω την ευχή σύντομα να βρεθεί μια λύση χωρίς συρματοπλέγματα και οδοφράγματα, όλοι δε οι ιεροί χώροι πίστης και λατρείας να αναστηλωθούν και να μπορεί ο καθένας να μπορεί να υμνεί και να ευχαριστεί τον Θεό ελεύθερα στη δική του πίστη.
Προειδοποίηση το ταξίδι από το Καπούτι μέχρι την μονή διαρκεί μισή ώρα και πρέπει να διαθέτετε αυτοκίνητο με κίνηση και στους τέσσερις τροχούς.
Είναι κτισμένη σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων περίπου από την κοινότητα Κυρά, πάνω σε ομαλό ύψωμα, και περιβάλλεται από αρκετές σπηλιές. Για τη διπλή ονομασία της υπάρχουν διάφορες ερμηνείες. Στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού σώζεται ελληνικός κώδικας (αρ. 497) στον οποίο σημειώνεται ότι γράφτηκε από τον βυζαντινό αξιωματούχο Νικήτα στα χρόνια του Νικηφόρου Φωκά και αφιερώθηκε στη μονή το 970/1. Η μονή μνημονεύεται σε ιταλικό έγγραφο του 1553. Ο μοναχός Βασίλειος Μπάρσκι, που επισκέφτηκε τη μονή το 1735, παρέμεινε σε αυτήν δέκα ημέρες, την περιέγραψε στο ημερολόγιό του και σχεδίασε «την πιστήν εικόνα της με μεγάλη προσοχή». Τότε υπήρχαν δύο εκκλησίες, η μία καμαροσκέπαστη και η άλλη με τρούλο και διακοσμημένη με τοιχογραφίες. Σήμερα στη θέση τους σώζεται δίκλιτη εκκλησία, της οποίας τα κλίτη χωρίζονται με μία τοξοστοιχία που φέρεται στους τέσσερεις κίονες του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλλο ναού. Η δίκλιτη εκκλησία έχει εσωτερικές διαστάσεις 16,20 Χ 8,70 μ. Το νότιο κλίτος , που καταλήγει σε ημικυκλική εσωτερικά και τρίπλευρη εξωτερικά αψίδα, είναι καλυμμένο με σταυροθόλια κατά το σύστημα που επικρατούσε στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. το βόρειο κλίτος με ευθύ ανατολικό τοίχο καλύπτεται με καμάρα. Τμήματα των τοίχων της ανήκουν στις παλαιότερες εκκλησίες που περιγράφει ο Μπάρσκι.
Βιβλιογραφία:
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Α., «Γεωργίου Αγίου Ρηγάτη εκκλησία», ΜΚΕ (Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια) τόμος 4 (1986), σ. 54.
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ., Κυπριακά μοναστήρια, σ. 414-415.
ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Α., Αι περιηγήσεις του Ρώσσου Μοναχού Βασιλείου Γρηγόροβιτς Βάρσκυ, σ. 55-56 [Απρίλιος 1735].
ΧΑΤΖΗΨΑΛΤΗΣ Κ., «Βυζαντινά και κυπριακά του 10ου μ.Χ. αιώνος. Προσωπογραφικά-Τοπωνυμικά-Μοναστηριακά», ΕΚΜΙΜΚ 2 (1993), σ. 245-256.